Μηνύματα φωτός

-Ευτυχισμένος αυτός που γνωρίζει,τι είναι αγάπη προς τον Ιησού Χριστό και περιφρονεί τον εαυτόν του χάριν αυτής της αγάπης.
-Αγάπησε ψυχή ολόθερμα τον Ιησού Χριστό.Αυτόν να θεωρείς φίλο σου,Αυτόν,που έστω και αν όλοι σε εγκαταλείψουν,δεν θα σε αφήσει ποτέ,ούτε θα επιτρέψει να καταστραφείς.
-Αν σε κάθε σου ανάγκη επικαλείσαι τον Ιησού Χριστό,θα Τον έχεις πάντοτε κοντά σου.Αν ο Χριστός είναι μαζί σου,κανείς εχθρός δεν μπορεί να σε βλάψει.
-Να είσαι ταπεινός και ειρηνικός και ο Ιησούς Χριστός θα είναι μαζί σου
-Να είσαι ευσεβής και πράος και ο Ιησούς Χριστός θα είναι μαζί σου.
-Κάνε τον Ιησού Χριστό βασιλιά της καρδιάς σου και θα είσαι πάντα ευτυχισμένος.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος καί τό λεοντάρι. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 Ὁ  Ἅγιος Γεράσιμος καί τό λεοντάρι
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ὁ Ἀδάμ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν μία εὐωδία στόν παράδεισο σάν οἰκοδεσπότης ὅλων τῶν κτισμάτων, ὥστε καί λέοντες καί λεοπάρδαλοι, τίγρεις καί πάνθηρες, ὅταν τόν ὠσμίζοντο, ἤρχοντο δίπλα στά πόδια του καί τόν ἀνεγνώριζαν γιά βασιλέα τους.
Καί ὅλη ἡ λογική κτίσις ἦταν ὑποταγμένη στόν βασιλέα πού τόν ἔπλασε ἐπάνω ἀπ᾿ὅλα αὐτά ὁ Θεός. Ὅμως ἔχασε ὁ Ἀδάμ αὐτή τήν θαυμαστή ἐπικοινωνία, ὅταν ἔσφαλε καί ὁ Θεός τόν ἔβγαλε ἔξω ἀπό τόν παράδεισο γιά τήν ἀνυπακοή του.
Τώρα τόν ἀπόγονο τοῦ ἀνθρώπου, τό λεοντάρι θέλει νά τόν σκοτώση, ἡ τίγρης θέλει νά τόν ξεσχίσει καί ὅλα τά ἄγρια ζῶα θέλουν νά τοῦ κάμουν κακό.
Κι ἔμεινε στόν ἄνθρωπο μόνο μία φλόγα ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως παραμένει μία σπίθα μέσα στήν στάκτη, ἀπό τήν ὁποία ἀνυψώθηκε ὁ Ἀδάμ πάλι μέ τήν Ἀνάστασι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Γι᾿ αὐτό τά ζῶα φοβοῦνται ἀκόμη τόν ἄνθρωπο καί πολλά ἀπ᾿ αὐτά τόν μισοῦν, ἀπό τότε πού ἔπεσε ἀπό τήν ὑπακοή του πρός τόν Θεόν Πατέρα. Καί αὐτά παρεκτράπησαν ἀπό τήν ὑπακοή του.
Ἀλλά καί τώρα ἕνας πνευματικός ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνη σάν τόν Ἀδάμ, πρίν ἀπό τήν πτῶσι του, ὅπως ἦταν ὁ ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης, τόν ὁποῖον ὑπηρετοῦσε γιά πολλά χρόνια, ἤ τόν ἅγιο Ἀντώνιο καί ἄλλους ἕνα λιοντάρι. Ἄλλοι ἅγιοι ζοῦσαν μαζί μέ ἀρκοῦδες, μέ φίδια, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωαννίκιος ὁ Μέγας.
Τώρα θά ἀναφερθοῦμε στήν ἱστορία τοῦ ἁγίου Γερασίμου καί πῶς ἔζησε ἐπί χρόνια ἔχοντας βοηθό του ἕνα λεοντάρι.
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος ἦταν μεγάλος ἐρημίτης καί ζοῦσε κάποτε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ. Συνάντησε ἕνα λιοντάρι πού ἦταν τραυματισμένο στό πόδι του ἀπό ἕνα ἀγκάθι καί πονοῦσε. Ἐκύτταζε τό λεοντάρι τόν ὅσιο γέροντα μέ μάτια ἤμερα καί, ἐπειδή δέν μποροῦσε νά μιλήση, ὅμως μέ τήν ταπεινή του μορφή καί δείχνοντας τό πόδι του, τόν παρακαλοῦσε νά τό θεραπεύση.
Ὁ Γέροντας βλέποντάς το σ᾿ αὐτή τήν ἀνάγκη, γονάτισε καί ἔβγαλε ἀπό τό πόδι τοῦ θηρίου τό ἀγκάθι.
Κατόπιν ἐκαθάρισε τήν πληγή, τῆς ἔβαλε κάποια ἀλοιφή έκείνου τοῦ καιροῦ καί ἄφησε τό ζῶο νά πάρη τόν δρόμο του. Τό λιοντάρ, ἀφοῦ θεραπεύθηκε, δέν ἤθελε νά ἐγκαταλείψη τόν Γέροντα, ἀλλά περπατοῦσε σάν μαθητής του ἀπό πίσω του, ὁπουδήποτε καί νά ἐπήγαινε.
Καί ἐθαύμαζε ὁ Γέροντας γι᾿ αὐτή τήν εὐγνωμοσύνη τοῦ ζώου. Ἀπό τότε τό ἔτρεφε ο Γέροντας δίνοντάς του μερικές φορές ψωμί καί ἄλλοτε φακές καί φροῦτα. Καί εἶχαν οἱ πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ ἁγίου Γερασίμου ἕνα γαϊδουράκι μέ τό ὁποῖο μετέφεραν τό νερό ἀπό τόν ποταμό γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν. 
Καί διέταξε ὁ Γέροντας τό λεοντάρι νά προσέχη τό γαϊδουράκι. Νά τό τραβᾶ ἀπό τό καπίστρι μέχρι τό ποτάμι καί νά γυρίζη πίσω τραβώντας το. Κάποια ἡμέρα ἐφύλαγε τό λεοντάρι τό γαϊδουράκι, τό ὁποῖον ἔβοσκε χορτάρι. Ἀλλά λόγῳ καύσωνος τό λεοντάρι κοιμήθηκε λίγο, κοντά στό ζῶο. Ἐπέρασε ἀπό ἐκεῖ ἐρχόμενος ἀπό τήν Ἀραβία ἕνας ἄραβας μέ τήν καμήλα του. Εἶδε μόνο του τό γαϊδουράκι, χωρίς τσοπάνη, τό ἅρπαξε καί τό ἐπῆρε κοντά του μέ τά ἄλλα ζῶα του.
Ὅταν τό λεοντάρι ἐξύπνησε, ἀναζητοῦσε τό γαϊδουράκι καί δέν τό εὕρισκε. Κατόπιν ἦλθε στόν ἀββᾶ Γεράσιμο λυπημένο καί στενοχωρημένο, διότι εἶχε χάσει τό ζῶο. Βλέποντας ὁ Γέροντας τόν λέοντα ἐνόμισε ὅτι ἀγρίεψε καί ἔφαγε τό γαϊδουράκι. Ὁπότε τοῦ εἶπε:
-Ποῦ εἶναι τό γαϊδουράκι;
-Καί ὁ λέοντας στεκόταν σάν ἄνθρωπος, χωρίς νά μπορῆ νά μιλήση. Μόνο ἐκύτταζε κάτω.
Ὁ Γέροντας καί πάλι τόν έρώτησε:
-Μήπως τό ἔφαγες; Εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Θεός, διότι ἀπό σήμερα ἐσύ θά κάνης τίς δουλειές τοῦ γαϊδουριοῦ, γιά τίς ἀνάγκες τῆς μονῆς.
Καί ἀπό τότε μέ ἐντολή τοῦ Γέροντος, οἱ ἀδελφοί ἐφόρτωναν τά βαρέλια τοῦ νεροῦ στήν ράχη τοῦ λεονταριοῦ, ὅπως καί παλαιότερα στό γαϊδουράκι, γιά νά μεταφέρουν νερό ἀπό τό ποτάμι.
Κάποια ἡμέρα ἦλθε στόν Γέροντα ἕνας στρατιώτης γιά προσευχή. Βλέποντας τό λεοντάρι νά μεταφέρη νερό καί μαθαίνοντας τήν αἰτία, ἔδωσε τρία χρυσᾶ νομίσματα στούς πατέρες μέ τήν παράκλησι ν᾿ ἀγοράσουν ἕνα γαϊδουράκι  γιά τίς ἀνάγκες τους καί τό λιοντάρι νά τό ἀφήσουν ἐλεύθερο. 
Καί μετά ἀπό λίγο χρόνο, ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος ἀπό τήν Ἀραβία, πού εἶχε πάρει τό γαϊδουράκι, ἐπῆγε πάλι μέ τίς καμῆλες του στήν ἁγία πόλι ἱερουσαλήμ νά πωλήση σιτάρι, ἔχοντας μαζί του κι αὐτό τό γαϊδουράκι. Ἀφοῦ ἐπέρασε ἀπό τόν Ἰορδάνη, κατά σύμπτωσι, τόν συνάντησε τό λιοντάρι, τό ὁποῖον βλέποντας τό γαϊδουράκι μαζί μέ τίς καμῆλες, τό ἐγνώρισε καί μουγγρίζοντας ξαφνικά, ὥρμησε σ᾿ αὐτό. Ὁ ἔμπορος καί οἱ συνοδοιπόροι του, βλέποντας τό λιοντάρι, ἐτρόμαξαν καί ἔφυγαν  πρός ἄλλην κατεύθυνσιν.
Τό λιοντάρι πιάνοντας μέ τό στόμα του τό γαϊδουράκι ἀπό τό σχοινί του, τό ἔφερε στόν  Γέροντα μαζί μέ τρεῖς καμῆλες δεμένες πίσω ἀπ᾿ αὐτό, φορτωμένες μέ σιτάρι μουγγρίζοντας ἀπό χαρά, διότι βρέθηκε τό γαϊδουράκι πού εἶχε κλέψει ὁ ἔμπορος.
Τότε γελῶντας ὁ Γέροντας εἶπε πρός τούς ἀδελφούς:
-Ματαίως ἐμάλωσα καί ἐνοχοποίησα τόν λέοντα, νομίζοντας ὅτι αὐτός ἔφαγε τό γαϊδουράκι μας.
Καί ὠνόμασε τόν λέοντα ἀπό τότε Ἰορδάνη. Ἀπό τότε πολλές φορές ἐπήγαινε τό λιοντάρι στόν Γέροντα καί παίρνοντας τήν τροφή του ἀπό τά χέρια, δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μοναστήρι γιά πέντε χρόνια. Ὅταν ὁ Γέροντας μετέβη πρός τόν Κύριον καί ἐνταφιάσθηκε ἀπό τούς πατέρες, κατ᾿ οἰκονομίαν Θεοῦ, τό λιοντάρι δέν ἦταν στήν κηδεία του στό μοναστήρι. Ὅταν ἐπέστρεψε μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ἀνεζήτησε τόν Γέροντά του. Καί ὁ μοναχός Σαββάτιος, μαθητής τοῦ Γέροντος Γερασίμου, βλέποντας τόν λέοντα στενοχωρημένον, τοῦ εἶπε:
-Ἔε Ἰορδάνη, ὁ Γέροντάς μας μᾶς ἄφησε ὀρφανούς καί ἐπῆγε στόν Κύριο.
Κατόπιν τοῦ ἔδωσε τροφή λέγοντάς του:
-Νά, πάρε καί φάγε!
Ἀλλά τό λιοντάρι δέν ἤθελε νά φάη τροφή. Εἶχε μία ἀνησυχία, διότι ἀναζητοῦσε τόν Γέροντα, βρυχόταν πολύ δυνατά καί ἔτρεχε μέσα ἔξω.
Τότε ὁ π. Σαββάτιος καί οἱ ἄλλοι πατέρες τό ἐχάϊδευσαν στόν ὦμο καί τοῦ εἶπαν:
-Ἔφυγε ὁ Γέροντάς μας πρός τόν Κύριο καί ἄφησε τώρα ἐμᾶς!
Ἀλλά δέν ἠμποροῦσαν νά τό καταπραΰνουν ἀπό τίς φωνές του. Καί ὅσο οἱ πατέρες ἐνόμιζαν ὅτι τό καθησυχάζουν μέ τά λόγια τους, τόσο ἐκεῖνο ἐμούγγριζε καί ἔβγαζε μεγάλες φωνές, ἄλλοτε δυνατές καί ἄλλοτε θρηνητικές.Ἦταν πολύ στενοχωρημένο διότι δέν ἔβλεπε τόν Γέροντα.
Τότε τοῦ εἶπε ὁ ἀββᾶς Σαββάτιος:
-Ἐάν δέν πιστεύεις, πᾶμε μαζί καί θά ἰδῆς ποῦ εἶναι θαμμένος ὁ Γέροντάς μας.
Καί παίρνοντάς το, ἐπῆγαν μαζί στόν τάφο τοῦ ὁσίου Γερασίμου, πού ἦταν μόνο πέντε βήματα ἔξω από τήν ἐκκλησία.
Ἀφοῦ στάθηκε ἐκεῖ δίπλα στόν τάφο ὁ ἀββᾶς Σαββάτιος, εἶπε πρός τόν λέοντα:
-Ἰδού ἐδῶ μέσα εἶναι ὁ Γέροντάς μας!
Κατόπιν τό λιοντάρι ἔκλινε τά γόνατά του ἐπάνω στό μνῆμα, δίπλα στόν ἀββᾶ Σαββάτιο, καί ἔκλαιγε κι αὐτό.
Βλέποντας τό λιοντάρι τόν ἀββᾶ Σαββάτιο νά κτυπᾶ τό κεφάλι του στό χῶμα, ἐμούγγριζε δυνατά. Καί μετά ἀπέθανε ἐπάνω στό μνῆμα τοῦ Γέροντος Γερασίμου.
Αὐτό ἔγινε, διότι ἤθελε νά μᾶς δείξη ὁ Θεός, πόση ὑπακοή εἶχαν τά θηρία πρός τόν Ἀδάμ στόν παράδεισο, πρίν τήν παρακοή του καί τήν ἔξωσί του ἀπό ἐκεῖ. Ἰδού πόσο θαυμαστά καί ἄφθονα εἶναι τά χαρίσματα τά ὁποῖα δίνει ὁ Θεός σ᾿ αὐτόν πού ταπεινώθηκε καί πώς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, τά ζῶα, τά ἐρπετά καί οἱ ἴδιοι οἱ δαίμνες, ἐάν ταπεινωθοῦν, ἀναγνωρίζουν τόν ἕνα Θεόν κατά χάριν, ὅπως ἦταν ὁ πρόγονός μας Ἀδάμ στόν παράδεισο.
Ἀπ᾿ αὐτό φαίνεται πόσο εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός ἀπό τήν ζωή τοῦ ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου. Ἀπό τήν νεότητά του μέχρι τά γεράματά του ὑπηρετοῦσε τόν Κύριο μέ ζῆλο καί ἐπέρασε στήν αἰώνια ζωή, ὅπου μαζί μέ τούς ἁγίους ἀναπαυόμενος δοξάζει τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010